ἀέκων

ἀέκων
ἀέκων (ᾰε-, αε-.)
1 unwilling

ὡς Αὐγέαν λάτριον ἀέκονθ ἑκὼν μισθὸν ὑπέρβιον πράσσοιτο O. 10.29

Καδμεῖοί νιν οὐκ ἀέκοντες ἄνθεσι μείγνυον N. 4.21

]ου στρατὸς οὐκ ἀέκ[ων (supp. Lobel) fr. 169. 52.

Lexicon to Pindar. . 2010.

Look at other dictionaries:

  • αέκων — ἀέκων, ούσα, ον (Α) επικός και ιωνικός τύπος αντί άκων*. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀ στερητ. + ἑκών. ΠΑΡ. αρχ. ἀέκητι, ἀεκαζόμενος] …   Dictionary of Greek

  • ἀέκων — involuntary masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀέκοντα — ἀέκων involuntary neut nom/voc/acc pl ἀέκων involuntary masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀεκουσῶν — ἀέκων involuntary fem gen pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀεκούσης — ἀέκων involuntary fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀεκούσῃ — ἀέκων involuntary fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀεκόντων — ἀέκων involuntary masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκόντως — ἀέκων involuntary indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀέκοντας — ἀέκων involuntary masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀέκοντε — ἀέκων involuntary masc/neut nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀέκοντες — ἀέκων involuntary masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”